εἱλίσσω

εἱλίσσω
εἱλίσσω v. ἑλίσσω.

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ειλίσσω — εἱλίσσω (Α) βλ. ελίσσω …   Dictionary of Greek

  • εἱλίσσω — ἑλίσσω Acut. (Sp.) pres subj act 1st sg (ionic) ἑλίσσω Acut. (Sp.) pres ind act 1st sg (ionic) εἱλίσσω pres subj act 1st sg εἱλίσσω pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἱλίττεσθαι — εἱλίσσω pres inf mp (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἱλίττοντες — εἱλίσσω pres part act masc nom/voc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἱλίσσοντ' — εἱλίσσοντα , ἑλίσσω Acut. (Sp.) pres part act neut nom/voc/acc pl (ionic) εἱλίσσοντα , ἑλίσσω Acut. (Sp.) pres part act masc acc sg (ionic) εἱλίσσοντι , ἑλίσσω Acut. (Sp.) pres part act masc/neut dat sg (ionic) εἱλίσσοντι , ἑλίσσω Acut. (Sp.)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἱλίσσετ' — εἱλίσσετο , ἑλίσσω Acut. (Sp.) imperf ind mp 3rd sg (ionic) εἱλίσσετο , ἑλίσσω Acut. (Sp.) imperf ind mp 3rd sg εἱλίσσετε , ἑλίσσω Acut. (Sp.) imperf ind act 2nd pl (ionic) εἱλίσσετε , ἑλίσσω Acut. (Sp.) pres imperat act 2nd pl (ionic) εἱλίσσετε …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἱλίσσουσ' — εἱλίσσουσα , ἑλίσσω Acut. (Sp.) pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) εἱλίσσουσι , ἑλίσσω Acut. (Sp.) pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) εἱλίσσουσι , ἑλίσσω Acut. (Sp.) pres ind act 3rd pl (attic epic doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ελίσσω — και ελίττω (AM ἑλίσσω και ἑλίττω Α και ἐλίσσω και εἰλίσσω και εἱλίσσω) 1. περιστρέφω, περιτυλίσσω 2. ελίσσομαι α) ακολουθώ κίνηση με ελιγμούς β) περιστρέφομαι, συσπειρώνομαι, κουλουριάζομαι νεοελλ. ελίσσομαι 1. είμαι ευέλικτος στις κινήσεις και… …   Dictionary of Greek

  • εἱλίξει — ἑλίσσω Acut. (Sp.) aor subj act 3rd sg (epic ionic) ἑλίσσω Acut. (Sp.) fut ind mid 2nd sg (ionic) ἑλίσσω Acut. (Sp.) fut ind act 3rd sg (ionic) ἑλίσσω Acut. (Sp.) futperf ind mp 2nd sg (ionic) ἑλίσσω Acut. (Sp.) futperf ind act 3rd sg (ionic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἱλίξουσι — ἑλίσσω Acut. (Sp.) aor subj act 3rd pl (epic ionic) ἑλίσσω Acut. (Sp.) fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἑλίσσω Acut. (Sp.) fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) ἑλίσσω Acut. (Sp.) futperf ind act masc/neut dat pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἱλίξω — ἑλίσσω Acut. (Sp.) aor ind mid 2nd sg (ionic) ἑλίσσω Acut. (Sp.) aor subj act 1st sg (ionic) ἑλίσσω Acut. (Sp.) fut ind act 1st sg (ionic) ἑλίσσω Acut. (Sp.) futperf ind act 1st sg (ionic) ἑλίσσω Acut. (Sp.) aor ind mid 2nd sg ἑλίσσω Acut. (Sp.)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”